νόμισμα


νόμισμα
[комизма] ουσ. о. монета.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "νόμισμα" в других словарях:

  • νόμισμα — anything sanctioned by current neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νόμισμα — Στην οικονομία χαρακτηρίζεται ν. κάθε τι που γίνεται γενικά δεκτό σε ανταλλαγή με εμπορεύματα και υπηρεσίες ή για πληρωμή χρεών. Έτσι μπορεί να είναι ν. ένα φυσικό προϊόν ή ένα μέταλλο, ή ακόμα κι ένα χαρτί ή κι ένας λογιστικός αριθμός, όπως το… …   Dictionary of Greek

  • νόμισμα — το, ατος 1. το χρήμα σε κέρματα ή σε χαρτί που κυκλοφορεί σ ένα κράτος, ως ανταλλακτικό μέσο: Η κυκλοφορία του νομίσματος είναι περιορισμένη στην αγορά. 2. Τα διάφορα νομίσματα ή η νομισματική μονάδα μιας χώρας: Υποτιμήθηκε το νόμισμα της Αγγλίας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • νόμισμ' — νόμισμα , νόμισμα anything sanctioned by current neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεκάδραχμο — Νόμισμα, ασημένιο ή χρυσό, που κυκλοφόρησε από τον 5o έως τον 3o αι. π.Χ. στην Ελλάδα, στη Σικελία και στην Καρχηδόνα και ισοδυναμούσε με 10 δραχμές. Η ασημένια έκδοση θεωρείται η τελειότερη κατασκευή του. Περίφημα είναι τα δ. που υπογράφηκαν από …   Dictionary of Greek

  • νομισμάτων — νόμισμα anything sanctioned by current neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νομίσμασι — νόμισμα anything sanctioned by current neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νομίσμασιν — νόμισμα anything sanctioned by current neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νομίσματα — νόμισμα anything sanctioned by current neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νομίσματι — νόμισμα anything sanctioned by current neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)